ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ

Είναι η συνέχεια μιας ευρύτερης προσπάθειας διάδοσης πνευματικών κειμένων, στον χώρο του διαδικτύου Αυτή η προσπάθεια είναι ένας αυθόρμητος τρόπος επικοινωνίας που γίνεται από αγάπη, με σκοπό να γνωρίσουν όσοι επιθυμούν το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι θρησκευτική προπαγάνδα που αντιβαίνει στο πνεύμα του Ευαγγελίου. Σέβεται την ελευθερία και τις ιδιαιτερότητες του καθενός. Την εθνότητά του, τη γλώσσα του, την παράδοσή του Κυρίως παρουσιάζεται η ακρίβεια της ορθόδοξης πίστης και ζωής, ο θησαυρός τής λατρείας τής Εκκλησίας, η Πατερική ερμηνεία της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα η εμπειρική γνώση και κοινωνία με τον Θεάνθρωπο Σωτήρα μέσα από τη ζωή των Αγίων. Η επιδίωξη είναι, αυτή η αστείρευτη πηγή αγαθών να γίνεται γνωστή σε όσους την αγνοούν και διψούν το ύδωρ το ζων που είναι ο Χριστός, ο Θεός τής αγάπης, το φως, η αποκαλυφθείσα αλήθεια, η ζωή των ανθρώπων και ο Μοναδικός Σωτήρας. «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος».

Ένας άνθρωπος αυθεντικός του Θεού



Ο όσιος Πορφύριος υπήρξε αυθεντικός άνθρωπος του Θεού. Δέχθηκε από  παιδί τη θεία κλήση και ανταποκρίθηκε ελεύθερα σ’ αυτήν με όλη την ψυχή και τη διάνοια και την καρδιά του. Πορεύθηκε δια βίου την ασφαλή τρίβο, την οποία βάδισαν όλοι οι αυθεντικοί ποιμένες της Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων, ακολουθώντας «τοις ίχνεσι» του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με αρρενωπό φρόνημα και αταλάντευτη σταθερότητα.


Ως δια βίου ασκητής έτρεχε «ως ουκ αδήλως, ούτω πυκτεύων, ως ουκ αέρα δέρων, αλλ’ υποπιάζων το σώμα και δουλαγωγών, μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένηται», και κατ’ αυτό τον τρόπο, με τη χάρη του Θεού, αντιμαχόταν νικηφόρα τους τρεις εχθρούς τού ανθρώπου, τον κόσμο, τη σάρκα και τον διάβολο. Ανταποκρινόταν στην προτροπή του Μεγάλου Βασιλείου: «πρόσεχε σεαυτώ, ίνα προσέχης τω Θεώ», και στον θεμελιώδη όρο επιτυχούς ποιμαντικής διακονίας, τον οποίο θέτει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «καθαρθήναι δει πρώτον, είτα καθάραι· σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι· γενέσθαι φως και φωτίσαι· εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους· αγιασθήναι και αγιάσαι· χειραγωγήσαι μετά χειρών, συμβουλεύσαι μετά συνέσεως».


Η αγάπη του μακαριστού Γέροντα προς τον Χριστό, ο Οποίος «είναι το παν», ήταν αυθεντική. Σ’ Αυτόν πρόσφερε τη ζωή του «κατά πάντα και δια πάντα», άνευ όρων και ορίων ή «εν όλη τη καρδία του και εν όλη τη ψυχή του και εν όλη τη διανοία του».


Από την προς τον Χριστό αγάπη εκπορευόταν η αγάπη του προς τον «κατ’ εικόνα» Θεού κτισθέντα άνθρωπο. Η αγάπη αυτή, η οποία ενέπνεε όλη την ποιμαντική του διακονία, εκδηλωνόταν πολύτροπα και ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην αποδοχή των ανθρώπων, στην υπέρ αυτών ολοκάρδια προσευχή, στη συμμετοχή στα προβλήματά τους, στην τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους, όταν τους κύκλωναν «περιστάσεις και θλίψεις και ανάγκαι».


Δεν θα λησμονήσω ποτέ κάποια χαρακτηριστικά τηλεφωνήματα –διότι… ασκούσε την ποιμαντική και δια του τηλεφώνου– σε στιγμές πραγματικά κρίσιμες και πολύ δύσκολες για εμένα. Τότε, χωρίς να του έχω θέσει το πρόβλημα, μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο –και μάλιστα σε απίθανες ώρες, όπως μια φορά που, θυμάμαι, ήταν έξι το πρωί–, με ρωτούσε για το συγκεκριμένο πρόβλημά μου και μου έδινε μια σημαντική συμβουλή. Και πραγματικά, ο λόγος του ήταν βάλσαμο, ενώ συγχρόνως λειτουργούσε και ως καταλύτης για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος.


Η ταπείνωση, ως παράγοντας ισορροπίας και αυτογνωσίας του εν επιγνώσει κατά Χριστόν ζώντος ανθρώπου, ήταν πολύτιμο κόσμημα του Γέροντα. Είχε συνείδηση της ταυτότητας, των ορίων του, του ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι, καταβαίνον από του Πατρός των φώτων». Γι’ αυτό είχε διαρκή αυτομεμψία και έκαμε διακριτική χρήση των θείων χαρισμάτων, της προοράσεως και διοράσεως, οικονομώντας αυτά μετά φόβου και τρόμου, «ως λόγον αποδώσων».


Ο Γέροντας είχε σαφή συνείδηση ότι η ποιμαντική αντιμετώπιση του ανθρώπου είναι «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών». Επίσης, είχε μάθει να σέβεται τον κάθε άνθρωπο ως μοναδική και ανεπανάληπτη  προσωπικότητα απείρου αξίας. Γι’ αυτό στην ποιμαντική του διακονία εφάρμοζε την αρχή της εξατομίκευσης με διάκριση, η οποία είναι «μείζων πασών των αρετών», προσφέροντας κατ’ αυτό τον τρόπο «εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν».


Γι’ αυτό, πολλές φορές σε δύο ανθρώπους που είχαν το ίδιο εκ πρώτης όψεως πρόβλημα, ο όσιος Πορφύριος έλεγε διαφορετικά πράγματα, διότι υπήρχαν διαφορετικές προϋποθέσεις και ο καθένας χρειαζόταν ένα διαφορετικό φάρμακο για την αντιμετώπιση του προβλήματός του. Έτσι, για τον λόγο αυτό, συχνά μας έλεγε: «Αυτά που σας λέγω, να μη τα λέτε και στους άλλους ανθρώπους, διότι αυτά είναι τα κατάλληλα φάρμακα για εσάς, για την περίπτωσή σας. Τα ίδια πράγματα σ’ ένα άλλον άνθρωπο, έστω κι αν έχει εξωτερικά τα ίδια μ’ εσάς συμπτώματα, δεν θα φέρουν τα ίδια ευεργετικά αποτελέσματα».


Ο όσιος Γέροντας προσέλκυε τους ανθρώπους με την απλότητα, λιτότητα βίου και καταδεκτικότητα που τον διέκριναν. Δεχόταν τους πάντες, κανένα δεν απωθούσε. Δημιουργούσε στους ανθρώπους, οι οποίοι τον πλησίαζαν, ατμόσφαιρα ανέσεως και εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι δυσκολεύονταν να ομολογήσουν ενώπιον άλλων Πνευματικών διάφορα αμαρτήματα, ενώπιον του οσίου Γέροντα αισθάνονταν άνετα και τα εξομολογούνταν.


Εξ όσων λέγει ο ίδιος για τη μετάνοια, την εξομολόγηση και τον πνευματικό πατέρα, αντιλαμβανόμαστε τη στάση του κατά την τέλεση του μυστηρίου. Λέγει: «Δεν υπάρχει ανώτερο πράγμα απ’ αυτό που λέγεται μετάνοια και εξομολόγηση. Αυτό το μυστήριο είναι η προσφορά της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο. Μ’ αυτόν τον τέλειο τρόπο απαλλάσσεται ο άνθρωπος απ’ το κακό. Πηγαίνουμε, εξομολογούμαστε, αισθανόμαστε τη συνδιαλλαγή με τον Θεό, έρχεται η χαρά μέσα μας, φεύγει η ενοχή. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει αδιέξοδο. Δεν υπάρχει αδιέξοδο, γιατί υπάρχει ο εξομολόγος, που έχει τη χάρη να συγχωρεί. Μεγάλο πράγμα ο πνευματικός».


Ο Όσιος είχε το χάρισμα της ποιμαντικής ακροάσεως. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου της εξομολογήσεως αφοσιωνόταν στον άνθρωπο, ο οποίος βρισκόταν ενώπιόν του. Τον άκουε με προσοχή και κατόπιν μιλούσε με λόγο λιτό, ευθύ, επιγραμματικό, βασισμένο στην Αγία Γραφή και την εν γένει εκκλησιαστική παράδοση, που άρμοζε στην ανάγκη εκάστου.


Έχοντας βαθειά συνείδηση ότι ενεργούσε «ως υπηρέτης Χριστού και οικονόμος μυστηρίων Θεού, ουχί ως ιδίαν τινά επιστήμην εξ αυθεντίας οικονομών, αλλ’ ως Θεού υπηρεσίαν εν επιμελεία ψυχών αίματι Χριστού εξηγορασμένων», είχε υψηλό αίσθημα ευθύνης και προσευχόταν κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, επιζητώντας τον φωτισμό του Θεού. Δεν έσπευδε να κάνει βεβιασμένες διαγνώσεις, για να κερδίσει εντυπώσεις. Μάλιστα, ορισμένες φορές έλεγε: «Δεν έχω αυτή τη στιγμή πληροφορία, δεν μπορώ να σας πω». Και επανέρχονταν οι άνθρωποι δεύτερη ή και τρίτη φορά, για να λάβουν την απάντηση, καρπό των αδιαλείπτων προσευχών του οσίου Γέροντα υπέρ των πνευματικών του τέκνων.


Στην ποιμαντική θεραπευτική του εναλλάσσονταν η ακρίβεια με την οικονομία και η αυστηρότητα με την επιείκεια κατά περίπτωση, πάντοτε προς σωτηρία του ανθρώπου και ουδέποτε από ανθρωπαρέσκεια. Ακολουθούσε και εν προκειμένω την ποιμαντική θεραπευτική του συνόλου των αυθεντικών ποιμένων της Εκκλησίας.


Ο Όσιος ακόμη, «επόμενος τοις αγίοις Πατράσιν», έβλεπε τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα, εφόσον κατά την Ορθόδοξη διδασκαλία άμα τη συλλήψει του εμβρύου έχουμε ψυχοσωματική ύπαρξη, δηλαδή «άμα το σώμα και η ψυχή πέπλασται, ου το μεν πρότερον, το δε ύστερον». Επομένως, μακριά από κάθε απόχρωση μανιχαϊσμού, βοηθούσε με αγάπη και στοργή στην αντιμετώπιση των υλικών και πνευματικών αναγκών των ανθρώπων. Ασκούσε, δηλαδή, την ποιμαντική θεραπευτική του όλου ανθρώπου και όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, καταστάσεως, καταγωγής, γραμματικών γνώσεων κλπ., σύμφωνα με την προτροπή του Μεγάλου Βασιλείου: «το πεπλανημένον επίστρεφε, το συντετριμμένον επίδησον, το νοσούν ίασαι».


Στη ζωή του οσίου Γέροντα παρατηρούμε να υπάρχουν τα χαρακτηριστικά εκείνα, τα οποία συναντούμε στη ζωή όλων των Αγίων της Εκκλησίας μας. Και συγχρόνως βλέπουμε να υπάρχουν κάποια ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία ανακαλούν στη μνήμη μας τη σταθερή διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ότι η χάρη του Θεού επισκιάζει τον άνθρωπο, τον φωτίζει και τον κατευθύνει, αλλά δεν τον ισοπεδώνει. Ο κάθε άγιος, δηλαδή, της Εκκλησίας μας διατηρεί τα ειδικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.


Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Χρ. Ευθυμίου


τ. Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.


Πηγή: ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ